ὀκτωκαιδεκαέτης
ὀκτωκαιδεκαέτης, eighteen years old
ὀκτωκαιδεκα-έτης, ες, later form of ὀκτωκαιδεκέτης, Luc. DMort. 22[27].7, etc.:—fem. ὀκτωκαιδεκα-έτις, ιδος, Id. Tox. 24, DMeretr. 8.2.
ὀκτωκαιδεκα·έτης, ης, ες, qui a 18 ans, Luc. D. mort. 27, 7.
Étym. ὀκτωκαίδ., ἔτος.
ὀκτωκαιδεκαέτης, ες, achtzehnjährig ; Luc. Mort.D. 27.7 ; DL. 10.1 u. a.Sp.
ὀκτωκαιδεκαέτης
ὀκτωκαιδεκα-έτης, ες
ἔτος
= ὀκτωκαιδεκέτης, Luc.