ὀκτωκαιδεκάδραχμος
ὀκτωκαιδεκάδραχμος, weighing eighteen drachmae
ὀκτωκαιδεκά-δραχμος, ον,
- at the price of eighteen drachmae, πωλεῖν τὰς κριθὰς -μους D. 42.20.
ὀκτωκαιδεκά·δραχμος, ος, ον, qui vaut ou a pour masse 18 drachmes, Dém. 1045, 3.
Étym. ὀκτωκαίδεκα, δραχμή.
ὀκτωκαιδεκάδραχμος, achtzehn Drachmen schwer, wert, πωλῶν τὰς κριθὰς ὀκτωκαιδεκαδράχμους, Dem. 42.20.
ὀκτωκαιδεκάδραχμος
ὀκτωκαιδεκά-δραχμος, ον,
δράχμη
- weighing or worth 18 drachmae, Dem.