ὀλισθράζω Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀλισθράζω, = ὀλισθάνω, Epich. 35, Hp. ap. Gal. 19.126. ὀλισθράζω, c. ὀλισθάνω, Hpc. 776c, 824a ; cf. ὀλισθάζω. ὀλισθράζω, = ὀλισθάνω, Hippocr. bei Gal.