About Report a problem

Menu

ὁλοκαυτίζω

ὁλοκαυτ-ίζω,
  • = ὁλοκαυτέω, Porph. Abst. 2.54:—Subst. ὁλοκαυτ-ισμός, ὁ, = ὁλοκαύτησις, Phot.

Saved

Recent