ὁλόκαυτος
ὁλόκαυτος, burnt whole
ὁλόκαυτ-ος, ον,
- burnt whole, Call. Fr. 1.49 P.; τὸ ὁ. LXX Le. 6.23(16); ὁ. θυσία Ph. 1.668, al.
- 2 in full flame, opp. ἡμίκαυτος, Gal. 18(1).225.
ὁλό·καυτος, ος, ον (sacrifice) où l’on brûle la victime entière, holocauste, Spt. Lev. 6, 23.
Étym. ὅλος, καίω.
ὁλόκαυτος, ganz verbrannt, τὸ ὁλόκαυτον, das Brandopfer, LXX.