ὀλώδης Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀλώδης, ες, = θολώδης, Hp. ap. Gal. 19.126. ὀλώδης, ης, ες, c. θολώδης, Hpc. (Gal.). Étym. ὀλός, -ωδης. ὀλώδης, ες, att. = θολώδης, Hippocr. bei Galen. u. Sp.