ὁμαίμιος
ὁμαίμιος, related by blood
ὁμαίμ-ιος, ον,
- related by blood, Pi. N. 6.16; cf. sq. [ὅμαιμος]
ὁμαίμιος, ος, ον, c. ὅμαιμος, Pd. 6, 16.
ὁμαίμιος, von verwandtem Blute, Pind. N. 6.16.
ὁμαίμιος
- 1of oneʼs own blood ἴχνεσιν ἐν Πραξιδάμαντος ἑὸν πόδα νέμων πατροπάτορος ὁμαιμίου (ὁμαιμίοις coni. Schr.) N. 6.16
ὁμαίμιος
ὁμ-αίμιος, ον,
αἷμα
- related by blood, Pind.