ὄλωλα Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Autenrieth Homer ὄλωλα, ὀλώλω, v. ὄλλυμι B. III. ὅλως, v. ὅλος III. ὄλωλα, pf. de ὄλλυμι. ὄλωλα perf. van ὄλλυμαι (ὄλλυμι). ὄλωλα : see ὄλλῡμι.