ὁμαγερής
ὁμᾱγερής
- 1gathered together ἔνθα καί νυν ἐπίνομον ἡρωίδων στρατὸν ὁμαγερέα καλεῖ συνίμεν (Mommsen: ὁμηγερέα, ὁμηγυρέα, ὁμυγερέα codd.: ὁμη- def. Forssman, 150) P. 11.8