ὀμπνιακός Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀμπν-ιακός, ή, όν, = sq., AP 9.707 (Tull.Gem.); ὀμπνικός is f.l. ap. Suid. ὀμπνιακός, ή, όν, c. ὄμπνιος, Anth. 9, 707. ὀμπνιακός, = ὄμπνιος, ὀμπνιακῶν χαρίτων ἡδύτερον τρίβολον, Tull. Gem. 7 (IX.707).