ὀμφαλικός Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀμφᾰλ-ικός, ή, όν, = ὀμφάλιος, Phan.Hist. 29. ὀμφαλικός, ή, όν [ᾰ] c. ὀμφάλιος, Phænias (Ath. 58e). ὀμφαλικός, = ὀμφάλιος, κέντρον, Phanias bei Ath. II.58d.