ὀμφαλοτομία Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀμφᾰλο-τομία, ὀμφᾰλο-τόμος, v. ὀμφαλητομία, ὀμφαλητόμος. ὀμφαλοτομία, ας (ἡ) [φᾰ] c. ὀμφαλητομία, Arstt. H.A. 7, 10, 1. Étym. ὀμφαλοτόμος. ὀμφαλοτομία, ἡ, v.l. für ὀμφαλητομία.