ὀμφαλώδης Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀμφᾰλ-ώδης, ες, = ὀμφαλοειδής, Arist. HA 550a21, GA 752b2. ὀμφαλώδης, ης, ες [ᾰ] c. ὀμφαλοειδής, Arstt. H.A. 5, 18, 6. Étym. ὀμφαλός, -ωδης. ὀμφαλώδης, ες, = ὀμφαλοειδής, Arist. gen.anim. 3.2.