ὀξυτόμος
ὀξυτόμος, sharp-cutting, keen
ὀξῠ-τόμος, ον,
- sharp-cutting, keen, Pi. P. 4.263.
ὀξυ·τόμος, ος, ον [ῠ] au tranchant aiguisé, Pd. P. 4, 263.
Étym. ὀ. τέμνω.
ὀξυτόμος, scharf schneidend ; πέλεκυς, Pind. P. 4.263 ; κοπίς, Iul. Aeg. 10 (VI.87).
ὀξῠτόμος
- 1sharp-cutting ὀξυτόμῳ πελέκει (ὀξυτάτῳ v. l.) P. 4.263
ὀξυτόμος
ὀξῠ-τόμος, ον,
τέμνω
- sharp-cutting, keen, Pind.