Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀξυρρόπως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀξυπόριος
ὀξυπόρος
ὀξύπορος
ὀξύπους
ὀξύπρῳρος
ὀξυπτέριον
ὀξύπτερος
ὀξύπυγος
ὀξυπύθμενος
ὀξύπυκνος
ὀξυπυνδάκωτος
ὀξυπύνδαξ
ὀξυπώγων
ὀξυρεγμέω
ὀξυρεγμία
ὀξυρεγμιάω
ὀξυρεγμιώδης
ὀξυρεπής
ὀξυρίας
ὀξυρόδινον
Ὀξυρόης
ὀξυρρεγμία
ὀξυρρεγμιώδης
ὀξυρρεπής
ὀξύρριν
ὀξύρρινος
ὀξύρρις
ὀξυρρόδινον
ὀξυρροπία
ὀξύρροπος
ὀξυρρόπως
ὀξυρρυγχιτικόν
ὀξύρρυγχος
Ὀξυρυγχῖται
ὀξύρυγχος
ὀξύς
ὀξυσάκχαρον
ὀξυσθενής
ὀξυσιτία
ὄξυσμα
ὀξύστερνος
ὀξύστομος
ὀξύσχοινος
ὀξύτατος
ὀξυτελής
ὀξυτενής
ὀξύτερος
ὀξυτέρως
ὀξύτης
ὀξυτόκιον
ὀξυτόκος
ὀξυτόμος
ὀξυτονέω
ὀξυτόνησις
ὀξυτονητέον
ὀξύτονος
ὀξυτόνως
ὀξυτόρος
ὀξυτριφύλλιον
ὀξυτρίφυλλον
ὀξύτριχος
…
ὀξυρρόπως
Save
Bailly 2024
ὀξυρρόπως,
adv.
avec un caractère irascible,
Gr. thaum.
p. 996
a
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}