Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀξυτρίφυλλον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀξύρροπος
ὀξυρρόπως
ὀξυρρυγχιτικόν
ὀξύρρυγχος
Ὀξυρυγχῖται
ὀξύρυγχος
ὀξύς
ὀξυσάκχαρον
ὀξυσθενής
ὀξυσιτία
ὄξυσμα
ὀξύστερνος
ὀξύστομος
ὀξύσχοινος
ὀξύτατος
ὀξυτελής
ὀξυτενής
ὀξύτερος
ὀξυτέρως
ὀξύτης
ὀξυτόκιον
ὀξυτόκος
ὀξυτόμος
ὀξυτονέω
ὀξυτόνησις
ὀξυτονητέον
ὀξύτονος
ὀξυτόνως
ὀξυτόρος
ὀξυτριφύλλιον
ὀξυτρίφυλλον
ὀξύτριχος
ὀξυτυρία
ὀξύφαγρος
ὀξυφαής
ὀξυφεγγής
ὀξύφθογγος
ὀξυφλεγμασία
ὀξυφοίνικον
ὀξύφρων
ὀξύφυλλος
ὀξυφωνέω
ὀξυφωνία
ὀξύφωνος
ὀξύχειρ
ὀξυχειρία
ὀξυχολία
ὀξύχολος
ὀξυχόλως
ὀξυωπέω
ὀξυωπής
ὀξυωπία
ὀξυωπίας
ὀξυωπός
ὀξυωπῶς
ὀξυώριος
ὀξώδης
ὀξωρεγμία
ὀξωτός
ὅο
ὄοιγα
…
ὀξυτρίφυλλον
Save
LSJ
ὀξῠ-τρίφυλλον [ῐ], τό,
= ὀξύφυλλον,
Scrib.Larg.
163,
Plin.
HN
21.54,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}