Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀπίσωρ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀπισθότατος
ὀπισθότερος
ὀπισθοτίλα
ὀπισθοτίλη
ὀπισθοτονία
ὀπισθοτονικός
ὀπισθοτονικῶς
ὀπισθότονος
ὀπισθοτονώδης
ὀπισθουρητικός
ὀπισθοφάλακρος
ὀπισθοφανής
ὀπισθοφανῶς
ὀπισθοφόρος
ὀπισθοφυλακέω
ὀπισθοφυλακία
ὀπισθοφύλαξ
ὀπισθοχειμών
ὀπισθόχειρ
ὀπισθόψιλος
ὀπισθυπέρα
ὄπισμα
ὀπισμός
ὀπισσόδομος
ὀπισσοπόρευτος
ὄπισσος
ὀπίσσω
ὀπίστατος
ὀπίστερος
ὀπίσω
ὀπίσωρ
ὀπισώτατος
Ὀπίτης
ὀπιτθοτίλα
ὀπιτίων
ὀπίων
ὁπλά
Ὄπλακος
ὁπλάριον
ὁπλασία
ὁπλενδυτέω
Ὁπλεύς
ὁπλέω
ὁπλή
ὁπλήεις
Ὅπλης
Ὅπλητες
ὀπλίας
Ὁπλίας
ὁπλίζω
ὁπλικός
ὁπλισία
ὅπλισις
ὅπλισμα
ὁπλισμός
ὁπλιστέον
ὁπλιστέος
ὁπλιστής
Ὁπλιστίας
ὁπλιταγωγέω
ὁπλιταγωγός
…
ὀπίσωρ
Save
LSJ
ὀπίσωρ·
δυσάρεστος,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}