ὀπίστατος
ὀπίστατος, hindmost
ὀπίστατος, η, ον, (ὄπισθε)
- hindmost or last, αἰὲν ἀποκτείνων τὸν ὀ. Il. 8.342, 11.178:—Comp. ὀπίστερος, α, ον, Arat. 284, Nonn. D. 7.189: c. gen., ib. 37.436, al.—No posit. occurs.
ὀπίστατος, η, ον [ᾰ] qui est tout à fait par derrière, le dernier, Il. 8, 342 ; 11, 178 (sup. de ὄπις 2).
ὀπίστατος, (ὄπισθε), der Hinterste, Letzte, Il. 8.342, 11.178 ; Hesych. hat auch die Form ὀπισθότατος.
ὀπίστατος
[superl. fr. ὄπισθεν.]
The hindmost, the last.
Absol. Il. 8.342= Il. 11.178.
ὀπίστατος : hindmost, Il. 8.432 and Il. 11.178.
ὀπίστατος, η, ον
ὄπισθε
- hindmost, Lat. postremus, Il.