ὀπισθόρμητος
ὀπισθόρμητος, hastening back
ὀπισθ-όρμητος, ον,
- hastening back, Hsch. s.v. παλίνορσος, etc.
ὀπισθόρμητος, zurückeilend, Suid.
ὀπισθόρμητος, hastening back