ὀπισθοδίωξις Save LSJ Pape ὀπισθο-δίωξις [δῐ], εως, ἡ, = παλίωξις, Jo.Diac. ad Hes. Sc. 154. ὀπισθοδίωξις, ἡ, Erkl. von παλίωξις, Schol. Hes. Sc. 154.