ὀπισθομήριον Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀπισθο-μήριον, τό, = sq., Melamp. Palp.A 142 Diels. ὀπισθομήριον, ου (τὸ) dim. du suiv. Mélamp. Palpit. 493. ὀπισθομήριον, τό, der hintere Teil des Schenkels, Sp.; auch ὀπισθόμηρος, Ptolem.