Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ὀπτᾶτος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀππικίζω
Ὄππιος
ὁππόθεν
ὁππόθι
ὅπποθι
ὁπποῖος
ὁππόκα
ὀπποποῖ
ὁππόσε
ὁππόσος
ὁππόσσος
ὁππόταν
ὁππότε
ὁππότερος
ὁπποτέρωθεν
ὅππως
ὀπτάζομαι
ὀπτάζω
ὀπταίνω
ὀπταλέος
ὀπτανάριος
ὀπτανεῖον
ὀπτανεύς
ὀπτανία
ὀπτανικός
ὀπτάνιον
ὀπτάνομαι
ὀπτανός
ὀπτάνω
ὀπτασία
Ὀπτᾶτος
ὀπτάω
ὀπτέον
ὀπτέος
ὀπτεύμενος
ὀπτευτήρ
ὀπτεύω
ὀπτέω
ὀπτήρ
ὀπτήρια
ὁπτήρια
ὀπτήσιμος
ὄπτησις
ὀπτήτειρα
ὀπτητέον
ὀπτητήρια
ὀπτητικός
ὀπτητός
ὀπτίζομαι
ὀπτίζω
ὀπτίκια
ὀπτικός
ὀπτικῶς
Ὀπτιλέτις
ὀπτιλίασις
Ὀπτιλῖτις
ὀπτίλος
ὀπτίων
ὀπτοιαλός
ὄπτομαι
ὀπτόπλινθον
…
Ὀπτᾶτος
Save
Bailly 2024
Ὀπτᾶτος,
ου
(
ὁ
) =
lat.
Optatus,
n. d’h.
Plut.
Sol. an.
4, 5
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}