About Report a problem

Menu

ὀπτιλίασις

ὀπτιλίασις· ὀφθαλμίασις, Hsch. (ὀπτοιαλίασις cod.): ὀπτιλίας is prob. cj. for ὁ ἐπὶ τηλείας in Id. s.v. λαμόπτης.

Saved

Recent