ὄρδημα Save LSJ Pape ὄρδ[η]μα· ἡ τολύπη τῶν ἐρίων, Hsch. ὄρδικον· τὸν χιτωνίσκον (Parian word), Id. ὀρδῠλεύω, = μοχθέω, Id. s.v. ὠρδυλευσάμην. ὄρδημα, τό, = ἡ τολύπη τῶν ἐρίων, VLL.