ὀρθοσύνη Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ὀρθο-σύνη, ἡ, = ὀρθότης, Democr. 40. ὀρθοσύνη, ης (ἡ) c. ὀρθότης, Démocrat. p. 626. ὀρθοσύνη -ης, ἡ [ὀρθός] oprechtheid. ὀρθοσύνη, ἡ, = ὀρθότης, Sp.