ὀσφρασία
ὀσφρασία, odour
ὀσφρ-ασία, ἡ,
- odour, LXX Ho. 14.7.
- 2 smelling, Arr. Epict. 1.20.8.
ὀσφρασία, ας (ἡ) [ᾱσ] c. ὄσφρανσις, Spt. Hos. 7 ; Arr. Epict. 1, 20, 8.
Étym. var. ὀσφρήσει.
ὀσφρασία, ἡ, = ὄσφρανσις, Sp.