ὀσφυαλγία
ὀσφυαλγία, lumbago
ὀσφῠαλγ-ία, Ion. -ιη, ἡ,
- lumbago, Hp. Coac. 606.
ὀσφυαλγία, ion. -ίη, ης (ἡ) douleur de reins, lumbago, Hpc. 219d.
Étym. ὀσφυαλγής.
ὀσφυαλγία, ἡ, Hüftschmerz, Hippocr.
ὀσφυαλγία, lumbago