ὀστρίτης
ὀστρίτης, a kind of stone
ὀστρίτης [ῑ] λίθος, ὁ,
- a kind of stone, Orph. L. 344.
ὀστρίτης, λίθος, ὁ, der Austernstein, Orph. Lith. 339.
ὀστρίτης, a kind of stone