ὀφειλόντως
ὀφειλόντως, as of debt, deservedly
ὀφειλ-όντως, Adv. part. of ὀφείλω,
- as of debt, deservedly, Hsch. s.v. προσηκόντως.
ὀφειλόντως, schuldigermaßen, Hesych. erkl. δεόντως, πρεπόντως.