ὀχλαγωγεύς Save ὀχλαγωγεύς, circulator LSJ Pape ὀχλᾰγωγ-εύς, έως, ὁ, = ὀχλαγωγός, Lat. circulator, Gloss. ὀχλαγωγεύς, ὁ, = ὀχλαγωγός (?).