ὀχθηρός
ὀχθηρός, hilly
ὀχθηρός, ά, όν,
- hilly, Euph. 120, D.H. 11.26, APl. 16.256.
ὀχθηρός, ά, όν, escarpé, Euphor. (EM. vo Γεράνεια) ; A. Pl. 256, 1 ; DH. 11, 26.
Étym. ὄχθος.
ὀχθηρός, hügelig, Euphor. fr. 92, im EM. 288.20, χῶρος Ep.adesp. 236 (Plan. 256).
ὀχθηρός
from ὄχθη
ὀχθηρός, ά, όν
- hilly, Anth.