ὁλοπόρφυρος
ὁλοπόρφυρος, all-purple
ὁλο-πόρφῠρος, ον,
- all purple, X. Cyr. 8.3.13, LXX Nu. 4.7, Plu. Apophth.reg. 2.180e.
ὁλο·πόρφυρος, ος, ον [ῠ] tout de pourpre, Xén. Cyr. 8, 3, 13 ; Spt. Num. 4, 7, etc.
Étym. ὅλος, πορφύρα.
ὁλοπόρφυρος, ganz purpurn, Xen. Cyr. 8.3.13.
ὁλοπόρφυρος
ὁλο-πόρφῠρος, ον,
πορφύρα
- all-purple, Xen.