ὁλοσηρικός
ὁλοσηρικός, of silk
ὁλο-σηρικός, ή, όν,
- of silk, ῥάκος Cyran. 120: -κόν, τό, silk, Hsch. s.v. Σῆρες, Edict.Diocl. 22.14, al.:—written ὁλο-σειρικός ib. 19.14k, al.
ὁλοσηρικός, ganz seiden, Sp.