ὁλόξηρος
ὁλόξηρος, wholly dry
ὁλό-ξηρος,
- wholly dry, Sm. Ps. 57(58).10.
ὁλό·ξηρος, ος, ον, tout à fait sec, Symm. Ps. 57, 10.
Étym. ὅλος, ξηρός.
ὁλόξηρος, ganz trocken, Sp.
ὁλόξηρος, wholly dry