ὁμοροφέω Save LSJ Bailly 2024 ὁμοροφέω, ὁμορόφιος, ὁμόροφος, v. ὁμωροφέω, ὁμωρόφιος, ὁμώροφος. ὁμ·οροφέω-ῶ, vivre sous le même toit, Es. 10 Halm. Étym. ὁμ. ὀροφή.