ὁμόπτολις Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ὁμό-πτολις, v. ὁμόπολις. ὁμό·πτολις, εως (ὁ, ἡ) c. ὁμόπολις, Soph. Ant. 733. ὁμόπτολις -εως Aeol. voor ὁμόπολις. ὁμόπτολις, = ὁμόπολις, Θήβης τῆσδʼ ὁμόπτολις λεώς, Soph. Ant. 729.