ὁπᾷ
ὁπᾷ, how
ὁπᾱ (ὅπα codd.: ὁπᾷ Bergk: ὅπᾳ Hermann, Mommsen.)
- a how, exclamatory. νῦν ψᾶφον ἑλισσομέναν ὁπᾷ κῦμα κατακλύσσει ῥέον ὁπᾷ τε κοινὸν λόγον φίλαν τείσομεν ἐς χάριν (sc. ὁρᾶτε, simm.) O. 10.10—11.
- b rel., to the point where ἰδίᾳ τʼ ἐρεύνασε τεναγέων ῥοάς, ὁπᾷ πόμπιμον κατέβαινε νόστου τέλος N. 3.25
- c how, introducing indir. quest. τὸ δὲ σαφανὲς κατέφρασεν, ὁπᾷ ἔθυε καὶ πενταετηρίδʼ ὅπως ἄρα ἔστασεν ἑορτὰν O. 10.56