ὀξυωπός Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀξῠ-ωπός, όν, = ὀξυωπής I, Arist. HA 618b8, PA 657b26. ὀξυ·ωπός, ός, όν, c. ὀξυωπής, Arstt. H.A. 9, 30, 3, etc. ὀξυωπός, = ὀξυωπής, Arist. H.A. 9.39.