ὄμβρημα
ὄμβρημα, rain-water
ὄμβρ-ημα, ατος, τό,
- rain-water, LXX Ps. 77(78).44, Tz. H. 5.416.
ὄμβρημα, ατος (τὸ) pluie, Spt. Ps. 77, 44.
Étym. ὀμβρέω.
ὄμβρημα, τό, Regenguß, Regen, LXX.