ὀμβρηγενής
ὀμβρηγενής, rain-born
ὀμβρ-ηγενής, ές,
- rain-born, Orph. H. 80.4.
ὀμβρη·γενής, ής, ές, engendré par la pluie, Orph. H. 79, 4.
Étym. ὄμβρος, γένος.
ὀμβρηγενής, ές, vom Regen erzeugt, Orph. H. 79.4.