ὀμβρηρός
ὀμβρηρός, rainy
ὀμβρ-ηρός, ά, όν,
- = ὄμβριος, Hes. Op. 451;— also ὀμβρ-ήρης, ες, Nic. Th. 406. Adv. -ρῶς Ph. 1.129.
ὀμβρηρός, ά, όν, pluvieux Hés. O. 449.
Étym. ὄμβρος.
ὀμβρηρός, regenreich, regnig, Hes. O. 453 ; Adverb ὀμβρηρῶς, Philo.