Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὄννα
ὄννα, sale
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὄνθος
ὀνθοφόρος
ὀνθυλάζω
ὀνθύλευσις
ὀνθυλευτός
ὀνθυλεύω
Ὀνθύριος
ὁνί
ὀνία
ὀνίαρος
ὀνίας
Ὀνίας
ὀνίασι
ὄνιγλιν
ὀνιδία
ὀνίδιον
ὀνικός
ὀνίνημι
ὄνιννος
ὄνιον
ὄνιος
ὀνίς
ὀνίσκη
ὀνίσκος
ὀνίσκω
ὀνίστειοι
ὀνίτης
Ὀνίτης
ὀνῖτις
ὀνκάλημι
ὄννα
ὄννις
ὀννώρινε
ὀνοβατέω
ὀνοβάτης
ὀνοβάτις
ὀνόβλιτον
ὀνοβρυχίς
ὀνόβρυχις
ὀνόγαστρις
ὄνογλιν
Ὄνογλις οἶνος
ὀνόγυρος
ὀνοδέστεροι
ὀνοειδής
ὀνοθήλεια
ὀνοθήρας
ὀνοθυσία
ὄνοιρος
ὀνοκάρδιον
ὀνοκένταυρα
ὀνοκενταύρα
ὀνοκένταυρος
ὀνοκέφαλος
ὀνοκίνδης
ὀνοκίνδιος
ὀνοκλεία
ὀνόκλεια
ὀνοκοίτης
ὀνοκόμος
ὀνοκόπος
…
ὄννα
Save
ὄννα, sale
LSJ
ὄννα, Aeol. for
ὠνή,
sale,
IG
11(4).1064b17, cf. 21 (Delos).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}