ὀνοκάρδιον
ὀνο-κάρδιον, τό,
- = δίψακος II, Ps.-Dsc. 3.11.
- 2 = χαμαιλέων II, Apul. Herb. 25.
ὀνο·κάρδιον, ου (τὸ) autre n. de la plante δίψακος, Diosc. 3, 11.
Étym. ὄ. καρδία.