Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὄννις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀνθοφόρος
ὀνθυλάζω
ὀνθύλευσις
ὀνθυλευτός
ὀνθυλεύω
Ὀνθύριος
ὁνί
ὀνία
ὀνίαρος
ὀνίας
Ὀνίας
ὀνίασι
ὄνιγλιν
ὀνιδία
ὀνίδιον
ὀνικός
ὀνίνημι
ὄνιννος
ὄνιον
ὄνιος
ὀνίς
ὀνίσκη
ὀνίσκος
ὀνίσκω
ὀνίστειοι
ὀνίτης
Ὀνίτης
ὀνῖτις
ὀνκάλημι
ὄννα
ὄννις
ὀννώρινε
ὀνοβατέω
ὀνοβάτης
ὀνοβάτις
ὀνόβλιτον
ὀνοβρυχίς
ὀνόβρυχις
ὀνόγαστρις
ὄνογλιν
Ὄνογλις οἶνος
ὀνόγυρος
ὀνοδέστεροι
ὀνοειδής
ὀνοθήλεια
ὀνοθήρας
ὀνοθυσία
ὄνοιρος
ὀνοκάρδιον
ὀνοκένταυρα
ὀνοκενταύρα
ὀνοκένταυρος
ὀνοκέφαλος
ὀνοκίνδης
ὀνοκίνδιος
ὀνοκλεία
ὀνόκλεια
ὀνοκοίτης
ὀνοκόμος
ὀνοκόπος
ὀνοκρόταλος
…
ὄννις
Save
LSJ
ὄννις, Cret. for
ὄρνις,
Schwyzer
181 iii 8 (Gortyn).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}