Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀνοκλεία
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀνίτης
Ὀνίτης
ὀνῖτις
ὀνκάλημι
ὄννα
ὄννις
ὀννώρινε
ὀνοβατέω
ὀνοβάτης
ὀνοβάτις
ὀνόβλιτον
ὀνοβρυχίς
ὀνόβρυχις
ὀνόγαστρις
ὄνογλιν
Ὄνογλις οἶνος
ὀνόγυρος
ὀνοδέστεροι
ὀνοειδής
ὀνοθήλεια
ὀνοθήρας
ὀνοθυσία
ὄνοιρος
ὀνοκάρδιον
ὀνοκένταυρα
ὀνοκενταύρα
ὀνοκένταυρος
ὀνοκέφαλος
ὀνοκίνδης
ὀνοκίνδιος
ὀνοκλεία
ὀνόκλεια
ὀνοκοίτης
ὀνοκόμος
ὀνοκόπος
ὀνοκρόταλος
ὀνοκτηνοτρόφος
ὀνοκώλη
ὀνόκωλις
ὀνόκωλος
ὄνομα
Ὀνομάδημος
ὀνομάζω
ὀνομαθετέω
ὀνομαθέτης
ὄνομαι
ὀνομαίνω
ὀνομακλήδην
Ὀνομακλῆς
ὀνομακλήτωρ
ὀνομάκλυτος
ὀνομακλυτός
Ὀνομάκριτος
Ὀνομάντιος
Ὀνόμαρχος
ὀνομασία
ὀνόμασις
ὀνόμασμα
ὀνομαστεί
ὀνομαστέον
ὀνομαστήρια
…
ὀνοκλεία
Save
LSJ
ὀνο-κλεία (
v.l.
ὀνό-κλεια
), ἡ,
= ἄγχουσα,
Dsc.
4.23.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}