Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀνοθήλεια
ὀνοθήλεια, she-ass
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀνίδιον
ὀνικός
ὀνίνημι
ὄνιννος
ὄνιον
ὄνιος
ὀνίς
ὀνίσκη
ὀνίσκος
ὀνίσκω
ὀνίστειοι
ὀνίτης
Ὀνίτης
ὀνῖτις
ὀνκάλημι
ὄννα
ὄννις
ὀννώρινε
ὀνοβατέω
ὀνοβάτης
ὀνοβάτις
ὀνόβλιτον
ὀνοβρυχίς
ὀνόβρυχις
ὀνόγαστρις
ὄνογλιν
Ὄνογλις οἶνος
ὀνόγυρος
ὀνοδέστεροι
ὀνοειδής
ὀνοθήλεια
ὀνοθήρας
ὀνοθυσία
ὄνοιρος
ὀνοκάρδιον
ὀνοκένταυρα
ὀνοκενταύρα
ὀνοκένταυρος
ὀνοκέφαλος
ὀνοκίνδης
ὀνοκίνδιος
ὀνοκλεία
ὀνόκλεια
ὀνοκοίτης
ὀνοκόμος
ὀνοκόπος
ὀνοκρόταλος
ὀνοκτηνοτρόφος
ὀνοκώλη
ὀνόκωλις
ὀνόκωλος
ὄνομα
Ὀνομάδημος
ὀνομάζω
ὀνομαθετέω
ὀνομαθέτης
ὄνομαι
ὀνομαίνω
ὀνομακλήδην
Ὀνομακλῆς
ὀνομακλήτωρ
…
ὀνοθήλεια
Save
ὀνοθήλεια, she-ass
LSJ
ὀνο-θήλεια, ἡ,
she-ass,
POxy.
922.24 (vi/vii A. D.),
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}