ὄτριχες Save LSJ Pape Autenrieth Homer ὄτριχες, v. ὄθριξ. ὀτρύγη· χόρτος, καλάμη, Hsch. ὄτριχες, s. ὄθριξ. ὄτριχες (θρίξ), pl.: with like hair, like-colored, Il. 2.765†.