ὀτρυγηφάγος
ὀτρυγηφάγος, devouring crops
ὀτρῠγηφάγος [ᾰ], ον,
- = τρυγηφάγος, Archil. 97.
ὀτρυγη·φάγος, ος, ον [ῠᾰ] c. ἀκανθοφάγος, Archil. (Phot. 355, 24).
ὀτρυγηφάγος, = τρυγηφάγος, Archil. frg. 79.