ὑπέρμεστος
ὑπέρμεστος, full to overflowing
ὑπέρμεστος, ον,
- full to overflowing, Ph. 2.533, Hsch. s.v. ὑπερχειλῶν.
ὑπέρ·μεστος, ος, ον, plein jusqu’à déborder, débordant de, gén. Phil. 2, 533.