ὑπερμενέτης
ὑπερμεν-έτης, ου, ὁ, poet. for ὑπερμενής, h.Mart. 1.
ὑπερ·μενέτης (voc. -έτα) (ὁ) adj. masc. c. ὑπερμενής, Hh. 7, 1.
ὑπερμενέτης, ὁ, poet. statt ὑπερμενής, H.h. 7.1.
ὑπερμενέτης
ὑπερ-μενέτης, ου, ὁ,
poetic for ὑπερμενής, Hhymn.